Η σύγκρουση στο Νταρφούρ αποτελεί σε μεγάλο βαθμό πάλη για τον έλεγχο πρώτων υλών καθώς η περιοχή διαθέτει σημαντικά κοιτάσματα χρυσού, ουρανίου, πετρέλαιου και μία από τις μεγαλύτερες υπόγειες δεξαμενές νερού
Δικαιολογημένη η απορία: «Γιατί η κυβέρνηση των ακραίων νεοσυντηρητικών του Μπους, υπό τις ιαχές ακροδεξιών χριστιανικών κύκλων των ΗΠΑ, δείχνει τόσο ενδιαφέρον για την ανθρωπιστική τραγωδία την οποία μάλιστα μόνο αυτή ονομάζει «γενοκτονία» του ισλαμικού πληθυσμού του Νταρφούρ, μιας μεγάλης αυτόνομης περιοχής του Δυτικού Σουδάν;»
Γιατί, αντιθέτως, στην Ευρώπη αυτή η θεωρία δεν βρίσκει απήχηση παρά μόνο σε ακραίους νεοσυντηρητικούς κύκλους ή προσωπικότητες συνδεόμενες με τις ΗΠΑ; Γιατί, επίσης, οι κύκλοι αυτοί έχουν βάλει στο στόχαστρο την Κίνα, την οποία λίγο απέχουν από το να τη χαρακτηρίσουν... "υπεύθυνη γενοκτονίας", επειδή αρνείται να περιορίσει τις οικονομικές σχέσεις της με την κεντρική κυβέρνηση του Σουδάν;
Η απάντηση είναι αυτή που μπορεί να υποπτευθεί αυθόρμητα κανείς: "Η σύγκρουση στο Νταρφούρ αποτελεί σε μεγάλο βαθμό πάλη για τον έλεγχο πρώτων υλών", αναφέρει χωρίς περιστροφές η αμερικανική εφημερίδα "Γουόλ Στριτ Τζέρναλ". Η ισπανική "Ελ Παΐς" προσδιορίζει ακριβέστερα: "Η ζώνη αυτή έχει σημαντικά κοιτάσματα χρυσού, ουρανίου και μία από τις μεγαλύτερες υπόγειες δεξαμενές νερού ολόκληρης της ηπείρου. Επιπλέον, οι προοπτικές πετρελαίου είναι πολύ δελεαστικές", επισημαίνει.
Το κακό δεν σταματάει εκεί. Το Νταρφούρ συνορεύει με δύο πετρελαιοφόρες περιοχές η μία είναι του Τσαντ και η άλλη του Νότιου Σουδάν. Υπάρχει όμως μια κρίσιμη διαφορά ανάμεσά τους. Οι μεν πετρελαιοπηγές του Τσαντ βρίσκονται υπό τον έλεγχο αμερικανικών πετρελαϊκών εταιρειών, ενώ εκείνες του Νότιου Σουδάν τις εκμεταλλεύονται οι Κινέζοι. Λόγω ενός εμπάργκο που έχει επιβάλει εναντίον του Σουδάν η κυβέρνηση των ΗΠΑ, οι αμερικανικές εταιρείες είναι απούσες εδώ και χρόνια, με αποτέλεσμα περίπου το 90% των πετρελαίων του Νότιου Σουδάν να ελέγχεται πρωτίστως από την Κίνα, αλλά και την Ινδία και τη Μαλαισία, εκμηδενίζοντας τη δυτική επιρροή. Η Κίνα εισάγει πλέον από την Αφρική το ένα τρίτο του πετρελαίου που προμηθεύεται από το εξωτερικό (...)
Η κατάσταση αυτή είναι αφόρητη για τις ΗΠΑ, καθώς το Σουδάν ήταν παραδοσιακός σύμμαχος των ΗΠΑ μέχρι τη δεκαετία του 80. Η αμερικανική πετρελαϊκή εταιρεία "Σέβρον" άλλωστε ήταν αυτή που ανακάλυψε τα σουδανικά κοιτάσματα πετρελαίου, τα οποία αξιοποιεί τώρα η Κίνα!
Αξιοποιώντας τον εικοσάχρονο εμφύλιο πόλεμο ανάμεσα στο ισλαμικό και πολύ πιο πυκνοκατοικημένο Βόρειο Σουδάν και το ανιμιστικό, με ισχυρή χριστιανική μειονότητα (της τάξης του 30%), Νότιο Σουδάν, η Ουάσιγκτον ενίσχυσε στρατιωτικά, οικονομικά και πολιτικά τους αντάρτες του Νότιου Σουδάν, όπου βρίσκονται τα περισσότερα πετρέλαια της χώρας. Αυτοί, με τη σειρά τους και προφανώς καθ υπόδειξιν και της Ουάσιγκτον, ενίσχυσαν μια άγνωστη και ανύπαρκτη μέχρι τότε ομάδα στο Νταρφούρ, τον Φεβρουάριο του 2003, η οποία ξεκίνησε εξέγερση. Η φιλοαμερικανική κυβέρνηση του Τσαντ ενίσχυσε με της σειρά της και αυτήν και άλλες αντικυβερνητικές σουδανικές οργανώσεις.
Η σουδανική κυβέρνηση άρχισε τις σφαγές του πληθυσμού του Νταρφούρ χρησιμοποιώντας όχι τον στρατό, αλλά κυρίως τοπικές φυλές. Εκατοντάδες χιλιάδες οι νεκροί και πάνω από δύο εκατομμύρια οι πρόσφυγες. Το 2005, κάτω από την ισχυρή πίεση της κυβέρνησης Μπους, η σουδανική κυβέρνηση δέχθηκε να παραχωρήσει αυτονομία στο Νότιο Σουδάν, μέρος των εσόδων από το πετρέλαιο και το δικαίωμα να αποφασίσει για την πλήρη ανεξαρτησία του το 2011.
Η κυβέρνηση του Νότιου Σουδάν πέρασε έτσι υπό αμερικανική επιρροή και χρησιμοποιείται από την Ουάσιγκτον ως παράγοντας περαιτέρω αποσταθεροποίησης του Νταρφούρ, με στόχο να αποσπαστεί και αυτό από την επικράτεια του Σουδάν. Η κεντρική κυβέρνηση του Σουδάν, στο Χαρτούμ, στηρίζεται στην πολιτική βοήθεια της Κίνας, η οποία έχει κάθε συμφέρον να αποτρέψει μια τέτοια εξέλιξη.
Στο μεταξύ, χιλιάδες αθώοι σφαγιάζονται στο Νταρφούρ χωρίς ποτέ να μάθουν το γιατί...».